Ακόμη και στο σπίτι, οι Ιρακινές
μπορεί να μην είναι ασφαλείς
«Ήταν πολύ θυμωμένος και πήρε το Καλάσνικοφ... οι
γείτονες είπαν: "¶φησέ την ήσυχη"… αλλά
δεν σταμάτησε, με πυροβόλησε στα πόδια, δεν τα αισθανόμουν,
ήταν μουδιασμένα, ο ήλιος έδυε, κοιτούσα τον ουρανό
και είπα στους άντρες: «Δεν θέλω να πεθάνω». Με πήγαν
στο νοσοκομείο».
Η δεκαεννιάχρονη Φατίμα (δεν είναι το πραγματικό
της όνομα) πυροβολήθηκε στα πόδια από το σύζυγό της
μπροστά στην οικογένειά του και τους γείτονές τους
στις 21 Μαΐου 2003. Παντρεμένη στην ηλικία των 12
ετών, αντιμετωπιζόταν σαν υπηρέτρια και υφίστατο συχνούς
ξυλοδαρμούς στο σπίτι της οικογένειας του άντρα της.
Προσπάθησε να το σκάσει και να επιστρέψει στην οικογένειά
της, αλλά ο άντρας της ήρθε και είπε ότι πρέπει να
επιστρέψει. Όταν αρνήθηκε, αυτός θύμωσε πολύ, και
πήρε ένα κομμάτι ξύλο να την χτυπήσει. Το ξύλο έσπασε,
εκείνος θύμωσε ακόμη περισσότερο, πήρε το όπλο του
και την πυροβόλησε.
Παρά το μεγάλο αριθμό αυτοπτών μαρτύρων και τη σοβαρότητα
του αδικήματος, ούτε η οικογένεια αλλά ούτε και το
νοσοκομείο ανέφεραν το περιστατικό στην αστυνομία
και ο σύζυγός της δε συνελήφθη. Η οικογένεια είπε
ότι το θέμα έπρεπε να επιλυθεί εντός της φυλής. Όταν
βγήκε από το νοσοκομείο, η Φατίμα επέστρεψε στο σπίτι
του πατέρα της. Ο σύζυγός της εξέφρασε μεταμέλεια
και της πρόσφερε αποζημίωση, επιζητώντας τη συμφιλίωση
μέσω της μεσολάβησης των γερόντων της φυλής. Όμως,
παρά τις πιέσεις, αυτή αρνείται να επιστρέψει κοντά
του.
Οι γυναίκες του Ιράκ έχουν υποβάλλονται σε κακουχίες
επί δεκαετίες: απώλεια των αντρών συγγενών στον πόλεμο
Ιράν–Ιράκ την περίοδο 1980-1988, μαζικές εκδιώξεις
στο Ιράν ολόκληρων οικογενειών, τις οποίες οι αρχές
χαρακτήρισα «ιρανικής καταγωγής», κυβερνητική καταστολή,
συμπεριλαμβανομένης της επίθεσης με χημικά όπλα ενάντια
των Κούρδων στη Χαλάμπτζα το 1988, τον πόλεμο του
Κόλπου το 1991 και την επακόλουθη καταστολή της εξέγερσης
των Σιιτών, τις επί 13 χρόνια κυρώσεις του Ο.Η.Ε.
από το 1990 έως το 2003, και τέλος την υπό την ηγεσία
των Η.Π.Α. στρατιωτική δράση το 2003. Υπό την κυβέρνηση
Σαντάμ Χουσεΐν, γυναίκες συλλαμβάνονταν αυθαίρετα,
βασανίζονταν, «εξαφανίζονταν» και εκτελούνταν από
τις αρχές για πολιτικούς λόγους. Το 2000, αναφέρθηκε
ότι πολλές γυναίκες που κατηγορήθηκαν για πορνεία
αποκεφαλίστηκαν δημοσίως από παραστρατιωτική ομάδα.
Το πολιτικό κενό και το κενό ασφαλείας μετά την υπό
την ηγεσία των Η.Π.Α. εισβολή και κατοχή το 2003,
οδήγησαν σε εκτενείς λεηλασίες και εγκλήματα με τη
χρήση όπλων. Τα καθημερινά δημοσιεύματα περί απαγωγών
και βιασμών έκαναν πολλές γυναίκες να εγκαταλείψουν
την εργασία ή τις σπουδές τους, με αποτέλεσμα να είναι
ουσιαστικά περιορισμένες στα σπίτια τους. Μια οργάνωση
για τα δικαιώματα των γυναικών του Ιράκ, η Ένωση Γυναικών
του Ιράκ, ανέφερε ότι 400 γυναίκες «απήχθησαν, βιάστηκαν
και σε αρκετές περιπτώσεις πωλήθηκαν» από το τέλος
του πολέμου τον Απρίλιο έως και τον Αύγουστο του 2003.
Ακόμη και στα σπίτια τους, οι γυναίκες του Ιράκ μπορεί
να μην είναι ασφαλείς. Η κατάρρευση του νόμου και
της τάξης μετά την πτώση της Βαγδάτης, σε συνδυασμό
με τη διάλυση του αστυνομικού σώματος από τις δυνάμεις
κατοχής καθώς και την αύξηση του αριθμού των πυροβόλων
όπλων, συνέβαλαν στην αύξηση των «εγκλημάτων τιμής»
και της ενδοοικογενειακής βίας. Τα εγκλήματα αυτά
συχνά αγνοούνται από την αστυνομία, όπως στην περίπτωση
της Φατίμα. Ορισμένοι Ισλαμιστές ηγέτες εκμεταλλεύτηκαν
την αστάθεια που επικρατεί επί του παρόντος στο Ιράκ
προκειμένου να πιέσουν για την εφαρμογή των δικών
τους προγραμμάτων που προβλέπουν την επιβολή περιορισμών
στην ελευθερία έκφρασης και κίνησης των γυναικών.
|