Γυναίκες διακινδυνεύουν τη
ζωή τους για να υπερασπιστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα
στην Κολομβία
Σύμφωνα με αναφορές, στις 16 Οκτωβρίου 2003 τρεις
ένοπλοι άνδρες απήγαγαν την Εσπεράντσα Αμαρίς Μιράντα
από το σπίτι της. Οι άνδρες -απ' ό,τι φαίνεται, μέλη
παραστρατιωτικών δυνάμεων που υποστηρίζονται από το
στρατό- την ανάγκασαν να μπει σ' ένα ταξί και ξεκίνησαν.
Όταν η 21χρονη κόρη της κόλλησε στην πόρτα του κινούμενου
οχήματος, οι άνδρες βγήκαν έξω και την έριξαν στο
έδαφος με κλωτσιές. Λίγα λεπτά αργότερα το πτώμα της
Εσπεράντσα πετάχτηκε στο δρόμο. Την είχαν σκοτώσει
με πυροβολισμό.
Η Εσπεράντσα ήταν 40 ετών και συντηρούσε τα δύο της
παιδιά πουλώντας λαχεία στην πόλη Μπαρανκαμπερμέχα
στην Κολομβία. Επίσης, ήταν μέλος της Λαϊκής Οργάνωσης
Γυναικών (OFP), που αγωνίζεται για τα δικαιώματα των
γυναικών πάνω από 30 χρόνια.
Στην Κολομβία, οι γυναίκες που διεκδικούν τα δικαιώματά
τους αντιμετωπίζουν εκφοβισμό, βία, ακόμη και το θάνατο
από ένοπλες ομάδες και από τις δύο πλευρές που εμπλέκονται
στη μακρόχρονη εσωτερική σύγκρουση στη χώρα. Οι κυβερνητικές
δυνάμεις ασφαλείας και οι παραστρατιωτικοί τους σύμμαχοι
έχουν χαρακτηρίσει τις γυναίκες ηγέτες κοινοτήτων,
τις αγωνίστριες και τις υπερασπίστριες των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων συνεργάτες των ανταρτών και θεμιτούς στόχους
στον πόλεμο κατά της εξέγερσης. Ένοπλες ομάδες της
αντιπολίτευσης έχουν σκοτώσει γυναίκες που τις κατηγόρησαν
ότι συμπαρατάχθηκαν με τους εχθρούς. Βιασμοί, ακρωτηριασμοί
και κακοποίηση γυναικών και κοριτσιών χρησιμοποιήθηκαν
ως όπλα πολέμου για να προκαλέσουν φόβο και να φιμώσουν
τις εκστρατείες για κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά
δικαιώματα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι απαγωγείς της Εσπεράντσα
είπαν ότι ανήκουν στο Κεντρικό Μπλοκ Μπολιβάρ, μια
παραστρατιωτική ομάδα που την είχε απειλήσει στο παρελθόν.
Η Εσπεράντσα είχε αναφέρει τις απειλές στον Περιφερειακό
Εισαγγελέα. Ωστόσο, η αστυνομία δεν ανέλαβε αποτελεσματική
δράση για να την προστατεύσει, και μετά την απαγωγή
της δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα της OFP (Λαϊκής
Οργάνωσης Γυναικών). Πάνω από 90 δολοφονίες και από
50 “εξαφανίσεις” στη Μπαρανκαμπερμέχα το 2003 μαρτυρούν
την ατιμωρησία που απολαμβάνουν οι παραστρατιωτικές
και ανταρτικές ομάδες.
Η περίπτωση της Εσπεράντσα δεν είναι μοναδική. Η
Λεονώρα Καστάνιο, πρόεδρος μιας ομάδας που διεκδικεί
τα έγγεια και ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών, ο
Εθνικός Σύνδεσμος Αγροτισσών, Μαύρων και Αυτοχθόνων
Γυναικών της Κολομβίας (ANMUCIC), έχει γίνει στόχος
πολλών απειλών κατά της ζωής της. Η Μπλάνκα Νουμπία
Ντίαζ, υποστηρίκτρια του ANMUCIC, υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει
το σπίτι της όταν η 16χρονη κόρη της σκοτώθηκε από
παραστρατιωτικούς το Μάιο 2001. Το Σεπτέμβριο 2003
μια ανώνυμη επιστολή προς τον Σύνδεσμο ANMUCIC ανάφερε
ότι ο γιος της είχε αιχμαλωτιστεί.
Η κολομβιανή κυβέρνηση όχι μόνον δεν εγγυήθηκε την
ασφάλεια των υποστηρικτών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
–πολλοί από τους οποίους είναι γυναίκες- αλλά και
δεν καταπολέμησε ούτε διέλυσε τις παραστρατιωτικές
ομάδες. Αγνοώντας τις επανειλημμένες συστάσεις της
διεθνούς κοινότητας, η κυβέρνηση προτείνει τώρα νομοθεσία
η οποία μπορεί να επιτρέψει στους παραβάτες των ανθρωπίνων
δικαιωμάτων να αποφύγουν τη δικαιοσύνη.
|