|
Η βία κατά των γυναικών δεν είναι ούτε «φυσιολογική»,
ούτε «αναπόφευκτη». Αποτελεί έκφραση συγκεκριμένων,
ιστορικά και πολιτισμικά προσδιορισμένων, αξιών και
προτύπων. Οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί καλλιεργούν
την υποταγή των γυναικών και τη βία κατά των γυναικών.
Ορισμένες πολιτισμικές πρακτικές και παραδόσεις -ιδίως
εκείνες που σχετίζονται με τις έννοιες της καθαρότητας
και της αγνότητας-χρησιμοποιούνται για να εξηγήσουν
ή να δικαιολογήσουν τη βία αυτού του είδους.
Παρ’ όλο που η βία κατά των γυναικών είναι οικουμενικό
φαινόμενο, πολλές γυναίκες γίνονται στόχοι λόγω της
φυλής τους, της κοινωνικής τους τάξης, της πολιτισμικής
τους προέλευσης, της σεξουαλικής τους ταυτότητας ή
του στίγματος του HIV/AIDS (οροθετικότητα).
Η φτώχεια και η περιθωριοποίηση τροφοδοτούν τη βία
κατά των γυναικών και παράλληλα προκύπτουν από αυτήν.
Παγκοσμίως, οι γυναίκες εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά
φτώχειας απ' ό,τι οι άνδρες, η φτώχεια τους είναι
πιο έντονη απ' ό,τι των ανδρών, και οι αριθμοί των
φτωχών γυναικών αυξάνονται συνεχώς. Τη στιγμή που
οι αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοποίησης αφήνουν
όλο και περισσότερες γυναίκες παγιδευμένες στο περιθώριο
της κοινωνίας, είναι εξαιρετικά δύσκολο γι' αυτές
τις γυναίκες να ξεφύγουν από καταστάσεις κακοποίησης
και να επιτύχουν προστασία και επανόρθωση. Ο αναλφαβητισμός
και η φτώχεια περιορίζουν σημαντικά τις δυνατότητες
των γυναικών να οργανωθούν για να αγωνιστούν για αλλαγή
της κατάστασης.
Οι νεαρές γυναίκες υπόκεινται συχνά σε σεξουαλική
κακοποίηση όχι μόνο επειδή είναι γυναίκες, αλλά και
επειδή είναι νέες και ευάλωτες. Σε μερικές κοινωνίες,
τα κορίτσια υποβάλλονται σε καταναγκαστική σεξουαλική
επαφή, εξαιτίας της πλάνης ότι η σεξουαλική επαφή
με μία παρθένα θα θεραπεύσει τον άνδρα από το HIV/AIDS.
Όμως, η ηλικία δεν προσφέρει καμία προστασία. Ενώ
κάποιες κοινωνίες σέβονται τη σοφία των ηλικιωμένων
γυναικών και τους προσφέρουν υψηλότερη κοινωνική θέση
και μεγαλύτερη αυτονομία, άλλες κακομεταχειρίζονται
αυτές που είναι εύθραυστες και μόνες, ιδίως τις χήρες.
Ο έλεγχος της γυναικείας σεξουαλικότητας είναι ένα
ισχυρό μέσο, με το οποίο οι άνδρες ασκούν την κυριαρχία
τους πάνω στις γυναίκες. Οι γυναίκες που δεν συμμορφώνονται
με τα καθιερωμένα πρότυπα θηλυκότητας, συχνά αντιμετωπίζουν
αυστηρές τιμωρίες. Η ικανότητα των ανδρών να ελέγχουν
την εκδήλωση της σεξουαλικότητας των γυναικών και
τις αναπαραγωγικές τους δραστηριότητες ενισχύεται
από τις ενέργειες ή την αδράνεια της πολιτείας.
Τα αναπαραγωγικά δικαιώματα -το δικαίωμα στην αναπαραγωγική
υγειονομική μέριμνα και το δικαίωμα στην αναπαραγωγική
αυτονομία- έχουν κεντρική σημασία προκειμένου να μπορούν
οι γυναίκες να ελέγχουν την ίδια τους τη ζωή. Οι γυναίκες
έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν ελεύθερα και υπεύθυνα
για τον αριθμό των παιδιών, τον κατάλληλο χρόνο τεκνοποίησης
και το μεσοδιάστημα μεταξύ των γεννήσεων. Έχουν το
δικαίωμα να επιτύχουν τα υψηλότερα επίπεδα σεξουαλικής
και αναπαραγωγικής υγείας. Αυτό προϋποθέτει πρόσβαση
στην υγειονομική μέριμνα, την πληροφόρηση και την
επιμόρφωση σχετικά με την αντισύλληψη. Οι γυναίκες
έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν αποφάσεις ελεύθερα,
απαλλαγμένες από διακρίσεις, εξαναγκασμό και βία.
Η βία κατά τη διάρκεια ενόπλων συγκρούσεων καταστρέφει
τις ζωές ανδρών και γυναικών, αλλά ο συστηματικός
βιασμός, όπως παρατηρήθηκε σε πολλές πρόσφατες συγκρούσεις,
στρέφεται πρωταρχικά εναντίον των κοριτσιών και των
γυναικών. Οι βιασμοί, οι ακρωτηριασμοί και οι δολοφονίες
κοριτσιών και γυναικών αποτελούν συνηθισμένες πολεμικές
πρακτικές και διαπράττονται τόσο από τις κυβερνητικές
δυνάμεις όσο και από ένοπλες ομάδες.
Οι μορφές βίας που συνδέονται στενά με το φύλο είναι
επίσης ενδημικές σε κοινωνίες στρατιωτικοποιημένες
ή σπαρασσόμενες από τον πόλεμο. Σε κοινωνίες που επηρεάζονται
σημαντικά από την «κουλτούρα των όπλων», η ιδιοκτησία
και η χρήση όπλων μεγεθύνει τις υπάρχουσες ανισότητες
μεταξύ των φύλων, ενισχύοντας την κυριαρχική θέση
των ανδρών και συντηρώντας την υποταγή των γυναικών.
Οι βίαιες διενέξεις μέσα στο σπίτι συχνά γίνονται
πιο θανάσιμες για τα κορίτσια και τις γυναίκες όταν
οι άνδρες έχουν όπλα.
|